Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, αγωνιστής του '21

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (Κόρινθος 1766- Μεσολόγγι 1826) ήταν Πελοποννήσιος έμπορος και μια από τις ευγενέστερες μορφές της επανάστασης του 1821 μαζί με τον Αθανάσιο Κανακάρη και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (Πρεσβύτερος)
Mn1.png
Επαναστάτης, Προεστός, Φιλικός, Βουλευτής
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση Μάρτιος 1766
Κόρινθος, Ελλάδα
Θάνατος 10 προς 11 Απριλίου 1826
Μεσολόγγι, Ελλάδα
Εθνικότητα Έλληνας
Υπηκοότητα Οθωμανική Αυτοκρατορία
Επάγγελμα Έμπορος, Πλοιοκτήτης, Τραπεζίτης
Υπογραφή Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου

Καταγωγή - Γέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και θεωρείται πατρινός ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος γεννήθηκε σύμφωνα με αυτόγραφο του γιου του Παναγιώτη στην Κόρινθο το Μάρτη του 1766. Πρόγονοί του υπήρξαν Ηπειρώτες προεστοί από το χωριό Πλαίσια Κατσανοχωρίων. Ο προπάππος βιλαέτης Γεώργιος Μαργαρίτης, μετά την τέλεση της θείας λειτουργίας κρεμάστηκε από τους Τούρκους στο νάρθηκα του ναού του χωριού του μετά από ψευδείς καταθέσεις εχθρών του. Ο γιος του Γεωργίου Μαργαρίτη, παπά Διαμάντης, παππούς του Ιωάννη, ήταν εύπορος ιερωμένος και προεστός. Όπως ο τραγικός  πατέρας του, έτσι κι αυτός κυνηγημένος από τους Τούρκους, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον τόπο του με την οικογένειά του και να εγκατασταθεί στο Αιτωλικό. Σε μια ανακοίνωση του Φωτίου Ευαγ. Σαφαρίκα που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή»  (Φύλλο 24-7-1960) με τον τίτλο «Το πατρογονικό αρχοντικό του Ζαν Μορεάς» μνημονεύεται ανάμεσα στα άλλα και το περιστατικό της αναχώρησης του παπα-Διαμάντη Μαργαρίτη από τον τόπο του με την παράθεση μίας άγνωστης πληροφορίας σύμφωνα με την οποία: «…αφού πλήρωσε αρκετά φλουριά έφυγε την νύχτα με άλογα πεταλωμένα ανάποδα για να μην ανακαλύψουν τα ίχνη του οι Τούρκοι» Στο Αιτωλικό όπου και εγκαταστάθηκε,έχτισε το ναό των Ταξιαρχών κι έγινε εφημέριος του. Όταν μάλιστα απεβίωσε τον ενταφίασαν έξω από αυτό το ναό. Ο παπά-Διαμάντης άφησε δύο γιους, τον Αναστάσιο και τον Γεώργιο, (πατέρα του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου).

Ο Αναστάσιος εγκαταστάθηκε στην πόλη των Πατρών και ο Γεώργιος στην πόλη της Κορίνθου. Και τα δυο παιδιά του παπά-Διαμάντη διακρίθηκαν για τις ικανότητές τους στο εμπόριο. Όταν συναντήθηκαν στην Πάτρα αποφάσισαν να αλλάξουν το επώνυμό τους και από Μαργαρίτης να το μετατρέψουν σε Παπαδιαμαντόπουλο, δηλαδή παιδιά του Παπα-Διαμάντη, όπως συνηθίζουν να συνθέτουν τα επώνυμά τους κυρίως οι Πελοποννήσιοι. Έτσι και ο Ιωάννης λέγεται Παπαδιαμαντόπουλος. Ο Γεώργιος, πατέρας του Ιωάννη, γνώρισε την κόρη ενός ιερέα και πρόκριτου την οποία και παντρεύτηκε. Από το γάμο του απέκτησε ένα γιο και μια κόρη, τον Ιωάννη (για τον οποίο μιλούμε σήμερα) και την Ανθή.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όμως τα παιδιά αυτά έμειναν ορφανά από μάνα και πατέρα από νωρίς. Έτσι τον Μάιο 1786, ο Ιωάννης σε ηλικία 20 ετών έφυγε από την Κόρινθο και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα μαζί με την αδελφή του, στο αδελφό του πατέρα του, Αναστάσιο. Ο Ιωάννης έμαθε τα κοινά γράμματα και αρχές αριθμητικής, ενώ η Ανθή τον γαλούχησε στην ευσέβεια και στη λατρεία των ιερών δογμάτων της Χριστιανικής Θρησκείας. Έτσι ο Ιωάννης έζησε ολόκληρη τη ζωή του πάντα θρησκευόμενος αυστηρά και παραδειγματικά με βαθύτατη προσήλωση στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Στην αδελφή του Ανθή (σύζυγο Ισπίρη) δώρισε ο Ιωάννης όλη του την περιουσία.

Οικογενειακή  ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις ενηλικιώθηκε ο Ιωάννης το πρώτο του μέλημα ήταν να αποκαταστήσει, όπως άλλωστε συνηθίζονταν την αγαπημένη ορφανή από γονείς αδελφή του. Εικοσάχρονος ακόμη πάντρεψε την αδελφή του Ανθή δίδοντάς της για προίκα ολόκληρη την πατρική και μητρική περιουσία και το 1786 ήλθε και εγκαταστάθηκε κι αυτός στην πόλη των Πατρών για να εργαστεί κοντά στον έμπορο θείο του Αναστάσιο.

Το 1800 παντρεύτηκε την Ελένη Καλαμογδάρτη, κόρη της αρχοντικής πατρινής οικογένειας των Καλαμογδάρτηδων με ζακυνθινή καταγωγή. Απέκτησαν πολλά παιδιά, αλλά επέζησαν μόνον έξι γιοί.  Ο Αναστάσιος, ο Παναγιώτης, ο Σπυρίδωνας, ο Δημήτριος, ο Κωνσταντίνος και ο Αδαμάντιος. Η οικογένειά του με το τέλος της επανάστασης γύρισε στην Πάτρα. Εγγονός του ήταν ο ποιητής Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (Ζαν Μορεάς) ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Γαλλία.

Εμπορικές επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασχολήθηκε με το εμπόριο σταφίδας. Εκτός από τα δικά του προϊόντα, εμπορευόταν και αγροτικά προϊόντα παραγωγής των Τούρκων γαιοκτημόνων, όπως του Βαλή της Θεσσαλονίκης και του Κιαμήλ Μπέη της Κορίνθου. Ταξίδευε στα Ευρωπαϊκά λιμάνια για υποθέσεις του και είχε αντιπροσώπους και ανταποκριτές του στην Κωνσταντινούπολη, τη Μασσαλία, το Λιβόρνο, την Τεργέστη, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, την Αγκώνα, τη Μάλτα, την Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο. Ήταν τίμιος στις συναλλαγές του και αδέκαστος στις συμφωνίες του και γι’ αυτό αποκόμιζε σημαντικά κέρδη. Έκανε πολύ μεγάλη περιουσία και υπήρξε ο πλουσιότερος των Πατρινών στα χρόνια πριν την επανάσταση. Έτσι διέθεσε σημαντικά ποσά στους Γαλαξιδιώτες για την απόκτηση πλοίων, μάλιστα υπήρξε μέτοχος 16 πλοίων. Επίσης ίδρυσε ακόμη και Τράπεζα στην πόλη όπου κατέθεταν τις οικονομίες τους σημαντικές οικογένειες των Πατρών, όπως οι γνωστές οικογένειες Ρούφου, Λόντου.

Περιουσιακή κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν ιδιοκτήτης τριάντα καταστημάτων στην πόλη των Πατρών και κατείχε τη μισή κτηματική περιουσία της περιοχής Σαραβαλίου και του Αγίου Δημητρίου, όπου ήταν το σπίτι του. Κατά την περίοδο της Επανάστασης του ‘21 η περιουσία του ανερχότανε στα 3.000.000 γρόσια. Εκτός από το ρευστό χρήμα είχε στην ιδιοκτησία του τριάντα εργαστήρια, πέντε αρχοντικά, δύο αποθήκες οίνου, δύο ελαιοτριβεία, δεκαέξι μεγάλα πλοία Γαλαξιδιώτικα. Όλα αυτά μαζί με τη ζωή του και της οικογενείας του ο Παπαδιαμαντόπουλος ορκίσθηκε να θυσιάσει χάριν της Ελληνικής Λευτεριάς. Η μύηση του Παπαδιαμαντόπουλου στη Φιλική Εταιρεία έγινε στη Πάτρα το 1819 και την  περιγράφει ο Ιωάννης Φιλήμων.

Οικονομική και εμπορική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρθηκε ότι το 1786 ήλθε και εγκαταστάθηκε κι αυτός στην πόλη των Πατρών, για να εργαστεί κοντά στον έμπορο θείο του Αναστάσιο Από εκείνη την ηλικία επέδειξε εργατικότητα, επιμέλεια και ζήλο για το εμπόριο. Δεν πέρασε πολύς καιρός και το ως τότε μέτριο κατάστημα του θείου του με τη δική του συμβολή άρχισε να προοδεύει. Ο Ιωάννης μετά από οχτώ περίπου χρόνια εργασίας κατάλαβε πως δεν ήταν φτιαγμένος για υπάλληλος. Αφού εξέθεσε στο θείο του τον προβληματισμό του, έλαβε την ευχή του και το ποσό των 1.500 γροσίων για τις ως τότε υπηρεσίες του και άνοιξε δικό του κατάστημα. Το έτος 1794 ο Δημήτριος Ανάγνου, ένας πλούσιος έμπορος και κτηματίας των Πατρών, συνεταιρίζεται μαζί του κι απλώνει τον κύκλο των εργασιών του σ’ ολόκληρη την Αυτοκρατορία αλλά και πέρα από τα όριά της. Ο Βαλής της Θεσσαλονίκης, ο Μπέης της Κορίνθου αλλά και πολλοί πλούσιοι Οθωμανοί του εμπιστεύονται ολόκληρη την παραγωγή των αγροτικών τους προϊόντων, για να τη διαθέσει εκείνος κατά βούληση.

Οι Έλληνες έμποροι της Επτανήσου και της Ευρώπης του αναθέτουν την πώληση των προϊόντων τους με προμήθεια, ενώ ο ίδιος τους στέλνει από την Πάτρα προς πώληση σταφίδα, λάδι και άλλα προϊόντα με τους ίδιους όρους που εκείνοι του αναθέτουν την πώληση των δικών τους προϊόντων. Έτσι αναπτύσσεται ένας μεγάλος εμπορικός κύκλος, ο οποίος δίνει νέα ζωή στο λιμάνι των Πατρών και έχει σοβαρό αντίκτυπο στην οικονομική και κατ’ επέκταση την κοινωνική ζωή της πόλεως και της ευρύτερης περιοχής. Έτσι, μ’ αυτή την εμπορική κίνηση και την ανάπτυξη της πόλεως η Πάτρα θα γίνει το σημαντικό εθνικό κέντρο το οποίο θα διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση. Με την ανάπτυξη του εμπορίου ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος διαπιστώνει ότι πλέον έχει ανάγκη από πλοία, για να πραγματοποιεί απ’ ευθείας και χωρίς την μεσολάβηση των προξενείων Αγγλίας και Ολλανδίας το ανταλλακτικό εμπόριο και να επιτυγχάνει φθηνούς ναύλους. Ήθελε να δημιουργήσει ένα ναυτικό στόλο που να μπορεί να ταξιδεύει ακόμη και στην Αμερική. Ο σημαντικός αυτός έμπορος σε μικρό σχετικό χρόνο πέτυχε το σκοπό του και έγινε ιδιοκτήτης πολλών μεγάλων πλοίων, ιδιαίτερα του Γαλαξιδιώτικου στόλου. Ιδρύει στη συνέχεια ιδιωτική τράπεζα με αντιπροσώπους στα κυριότερα εμπορικά κέντρα της Ανατολής και της Δύσης. Τίμιος στις συναλλαγές του και αδέκαστος στις συμφωνίες του, όπως άλλωστε αποκαλύπτουν πηγές του πολύτιμου αρχείου του, αποκομίζει σημαντικά κέρδη.

Συμμετοχή στην Ελληνική  Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύσκεψη Βοστίτσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Ιανουαρίου του 1821 συμμετέχει στη σύσκεψη της Βοστίτσας (σημερινό Αίγιο) μαζί με τον Παπαφλέσσα,  όπου και συζητήθηκε έντονα το θέμα της έναρξης της κήρυξης του αγώνα.

Έναρξη του αγώνα στην Πάτρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 21 Μαρτίου 1821 ένοπλοι τούρκοι στρατιώτες, μεθυσμένοι σε ένα ρακοπωλείο,απέναντι από το αρχοντικό του, έβαλαν φωτιά. Άρχισαν αμέσως με άγριες κραυγές να περικυκλώνουν  το αρχοντικό για το οποίο είχαν υποψίες και πληροφορίες πως μέσα σ’ αυτό έκρυβαν όπλα. Οι πόρτες του αρχοντικού ήταν αμπαρωμένες και οι Τούρκοι πυροβολούσαν στα παράθυρα. Με τους πυροβολισμούς αυτούς σκότωσαν τον Αναστάσιο Παπαδιαμαντόπουλο, τον θειο του. Η σύρραξη γενικεύτηκε και οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο κάστρο της πόλης. Το ίδιο βράδυ της σύγκρουσης ο Παπαδιαμαντόπουλος πήγε στο Μοναστήρι του Ομπλού (Αχαΐας) και την άλλη μέρα κατέβηκε στην πόλη των Πατρών μαζί με τον Νικόλαο Λόντο, τον Παναγιώτη Καρατζά, τον Π. Πατρών Γερμανό και άλλους 5 προεστούς και έκαναν όλοι τους το γύρο της πόλεως κρατώντας την πρώτη επαναστατική κόκκινη σημαία με ένα μαύρο σταυρό στη μέση. Έτσι η επανάσταση ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου από το σπίτι του.

Και κάτι αξιοσημείωτο: Κατά την παραμονή του 1821 ένας Αλβανός απείλησε για την ζωή του στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα. Ο εκβιαστής πιάστηκε επ’ αυτοφόρω από τούρκους αξιωματικούς. Τότε ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος ρώτησε τι είδους τιμωρία θα είχε ο Αλβανός. Τελικά του χάρισε την ζωή και διέταξε να μοιραστούν τα λεφτά του Αλβανού.Όταν ξεσπάει ο πόλεμος, ανοίγει τις αποθήκες του και μοιράζει στους στρατιώτες κρασιά, λάδια και τυριά.

Την 1η  Φεβρουαρίου του 1821 εισφέρει στην «Κάσα της Εταιρείας του Γένους» το ποσό των 7.000 γροσίων. Αμέσως καταρτίζει ένα σώμα ενόπλων από πενήντα έμμισθους στρατιώτες και τους θέτει υπό την ηγεσία των πατρινών καπεταναίων Παναγιώτη Καρατζά και Παναγιώτη Ανδριτσόπουλου. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι ο Παπαδιαμαντόπουλος είχε εκτιμήσει πρώτος τις ικανότητες και τα προτερήματα του οπλαρχηγού φιλικού Παναγιώτη Καραντζά. Όταν προχώρησαν αρκετά οι προετοιμασίες των Φιλικών, όλα έδειχναν πως η Πάτρα θα ήταν η πόλη από την οποία θα ξεκινούσε η επανάσταση. Στις 21 Μαρτίου 1821 ένοπλοι τούρκοι στρατιώτες, μεθυσμένοι σε ένα ρακοπωλείο της αγοράς απέναντι από το αρχοντικό του Παπαδιαμαντόπουλου έβαλαν φωτιά και σκότωσαν τον καταστηματάρχη. Άρχισαν αμέσως με άγριες κραυγές να περικυκλώνουν το αρχοντικό για το οποίο είχαν υποψίες πως μέσα σ’ αυτό έκρυβαν όπλα. Οι πόρτες του αρχοντικού ήταν αμπαρωμένες και οι Τούρκοι πυροβολούσαν στα παράθυρα. Με τους πυροβολισμούς αυτούς σκότωσαν τον Αναστάσιο Παπαδιαμαντόπουλο, θείο του Ιωάννη, ένα πανύψηλο και γεροδεμένο γέροντα. Όσοι βρέθηκαν εκείνη τη στιγμή στο αρχοντικό απέκρουσαν τους τούρκους μαζί με τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και με συνθηματικούς πυροβολισμούς ειδοποίησαν το ένοπλο σώμα των καπεταναίων Καρατζά και Ανδριτσόπουλου. Όπως γράφει ο Γούδας, όταν ο Παπαδιαμαντόπουλος είδε νεκρό το θείο του, αποφάσισε να δώσει το σύνθημα της Επανάστασης. Όταν έφτασαν από διάφορα σημεία της πόλεως Έλληνες στρατιώτες και γενικεύτηκε η σύρραξη οι Τούρκοι υποχώρησαν και αναγκάστηκαν να κλειστούν στο Φρούριο (στο κάστρο της πόλης).

Tα γεγονότα των πρώτων ημερών της σύγκρουσης στο Τάσι: οι μάχες, οι σφαγές, οι πυρπολήσεις και οι εν γένει εγκληματικές ενέργειες των Τούρκων. Το ίδιο βράδυ της πρώτης σύγκρουσης ο Παπαδιαμαντόπουλος πήγε το Μοναστήρι του Ομπλού και την άλλη μέρα κατέβηκε έφιππος στην πόλη των Πατρών μαζί με τον Νικόλαο Λόντο τον Παναγιώτη Καρατζά, τον Π. Πατρών Γερμανό, άλλους  5 προεστούς και άλλους ενόπλους και έκαναν όλοι τους το γύρο της πόλεως κρατώντας την πρώτη επαναστατική κόκκινη σημαία με ένα μαύρο σταυρό στη μέση. Έτσι η  επανάσταση ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου από το σπίτι του. Ο Πουκεβίλ στο ιστόρημά του για την Επανάσταση σημειώνει πως το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1821 οι Τούρκοι πυρπόλησαν το αρχοντικό του Παπαδιαμαντόπουλου. Από τότε άλλαξε ο τρόπος ζωής του Παπαδιαμαντόπουλου. Φόρεσε την κλέφτικη κάπα και τα τσαρούχια. Κοιμότανε στο ύπαιθρο ή σε καλύβες χωριάτικες και γνώρισε πολλές κακουχίες και στερήσεις. Έμεινε χωρίς οικογένεια κι όλα του τα σπίτια τα κάψανε οι Τούρκοι. Η καρδιά του πυρπολήθηκε από τον πόθο για την Ελευθερία την οποία όρισε ως ένα εκ των πόλων του διλήμματος «Ελευθερία ή Θάνατος».

Ως άνθρωπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν άνθρωπος οξύνους,ικανός, μετριόφρων με έντονη θρησκευτικότητα, γεμάτος αυταπάρνηση. Όταν ξεσπάει ο πόλεμος, ανοίγει τις αποθήκες του και μοιράζει στους στρατιώτες κρασιά, λάδια και τυριά. Χαρακτηριστική είναι η ανέκδοτη έκθεση του γιου του Παναγιώτη, την οποία έγραψε την 21-6-1827 και απευθύνεται προς την Γενική Συνέλευση των Ελλήνων με την επιγραφή «Λογαριασμός των όσων ο μακαρίτης Πατήρ μου εζημιώθη ένεκα της Επαναστάσεως, εκτός των οσπιτίων, μαγαζίων, σταφίδων, αμπελώνων, ελαιοδένδρων και ελαιοτριβείων, εκτός λέγω των οποίων ελάμβανε από αυτού εισοδημάτων και εστερήθη δια εννέα χρόνους (…..) των όσων ακόμη συνεισέφερεν εις το Έθνος, εις διαφόρους και πολλάς μεγάλας ανάγκας του, των μισθών του από τους οποίους δεν έλαβε ποτέ οβολόν…».

Πήρε μέρος στην πολιορκία του Κάστρου της πόλεως των Πατρών. Στις 26 Μαρτίου 1821 υπέγραψε ως «μινίστρος» των εξωτερικών της Ελλάδος την ιστορική εγκύκλιο προς τας Αυγούστας Αυλάς των Κρατών της Ευρώπης. Στις 19 Απριλίου 1821 διορίζεται γενικός φροντιστής του στρατοπέδου Παλαιών Πατρών. Ορίζεται εισφορά και μετρά στο ταμείο του αγώνα 17.500 γρόσια. Τον ίδιο καιρό ταξιδεύει στη Ζάκυνθο και ναυλώνει το πλοίο του καπετάνιου Κεφαλλονίτη Διονυσίου Φωκά και τον μεταφέρει στις Σπέτσες προκειμένου να κινητοποιήσει τις Εθνικές ναυτικές δυνάμεις και να ενισχύσουν τον αγώνα με την αποστολή πολεμοφοδίων. Μετά τις Σπέτσες με το ίδιο πλοίο και με συνταξιδιώτη τον Δημήτρη Περούκα πηγαίνει στην Αγκώνα της Ιταλίας, όπου με δικές του δαπάνες προμηθεύεται πολεμοφόδια και απευθύνει έκκληση για βοήθεια στους ομογενείς της Ευρώπης. Στις 30 Ιουνίου 1821 επιστρέφει στο Μεσολόγγι φέρνοντας πολεμοφόδια με το πλοίο του Πανά. Οι Άγγλοι συλλαμβάνουν τα ελληνικά πλοία στον Πατραϊκό και ο Παπαδιαμαντόπουλος με μικρά ιστιοφόρα αναγκάζεται να μεταφέρει τον οπλισμό και τα πολεμοφόδια στο στρατόπεδο της Πάτρας. Μετά από αυτή την περιπέτεια τον συναντάμε στα Τρίκορφα και το Σεπτέμβρη του 1821 στα Καλάβρυτα. Στις 15 Δεκεμβρίου 1821 διορίζεται «μέλος της Εθνικής Βουλής, παραστατικόν της Πελοποννήσου» για την Α΄ Συνέλευση της Επιδαύρου. Η Κυβέρνηση του αναθέτει τις πλέον δύσκολες αποστολές, όπως την παραλαβή του Φρουρίου του Ναυπλίου το Δεκέμβρη 1821.΄Οπου βρεθεί εμψυχώνει τους αγωνιστές παρακινεί για δράση, ενθουσιάζει για επιτυχίες, νουθετεί στους άπειρους και συγκρατεί τους ανταγωνισμούς και τα βίαια πάθη των συναγωνιστών του. Επιδεικνύει αξιοζήλευτη φρόνηση και δραστηριότητα όπως στη διαχείριση των πλοίων Ύδρας και Σπετσών και της είσπραξης των εισφορών της Ηλείας. Το Νοέμβριο του 1822 ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού Αθανάσιος Κανακάρης του ζητά να δώσει στην Ύδρα 6.200 γρόσια και όπως πάντα ο Παπαδιαμαντόπουλος είναι έτοιμος και πρόθυμος σε κάθε νέα έκτακτη εισφορά που θα του ζητηθεί. Την 1η  Μαρτίου 1823 εκλέγεται πανηγυρικά Βουλευτής Πατρών και αργότερα μέλος της επιτροπής εθνικού δανείου. «Οσάκις η Κυβέρνηση, γράφει ο Γούδας, είχε ανάγκην είτε διαπραγματεύσεως ξένων δανείων, είτε συντάξεως νόμων οικονομικών, είτε διαχειρίσεως χρημάτων, ενεπιστεύετο ταύτα εις την πρόνοιαν, εις τον ακραιφανή πατριωτισμόν, την τιμιότητα και εις τον μειλίχιον τρόπον του Παπαδιαμαντόπουλου και των ομοίων τούτου…» Στις 17 Μαΐου 1824 το Βουλευτικό Σώμα του γράφει μεταξύ άλλων και τα εξής «…εκ μέρους του Έθνους {το βουλευτικό Σώμα} σας ευχαριστεί δια τους μεγάλους πόνους, όπου αγογγύστως υποφέρετε εξ αρχής του ιερού τούτου αγώνος, και προ της συστάσεως της διοικήσεως, και μετά την σύστασιν κατά την πρώτην και δευτέραν ταύτην περίοδον της χωρίς να απομακρυνθείτε διόλου από τας υπηρεσίας…»

Τον Ιούλιο του 1824 με εντολή της Κυβέρνησης θα πάει μαζί με τον Μπενιζέλο Ρούφο στην Πάτρα για να ειρηνεύσουν τους αντιμαχόμενους πατριώτες. Η παρουσία του φέρνει παντού την ομόνοια και την γαλήνη. Όλοι τον σέβονται και τον τιμούν απεριόριστα. Επιστρέφει στο Ναύπλιο. Σε ένα γράμμα της συζύγου του με ημερομηνία 14-10-1824 που βρίσκεται στο αρχείο Παπαδιαμαντοπούλου στη Βιβλιοθήκη της Βουλής προκύπτει ότι εκείνη την περίοδο βρίσκεται στο χωριό Πόρτες. Στο γράμμα αυτό η σύζυγος του τον πληροφορεί «πως ακόμα δεν εδιορθώθησαν τα εσωτερικά του Μορέως, ογλήγορα ελπίζω να διορθωθούν. Οι Τούρκοι όπως καθημερινώς ευγαίνουν εις τον κάμπον Γαστούνη, ως τις προάλλες ευγήκαν και εσκότωσαν 53 Έλληνες από αυτούς ήταν 17 Πατρινόπουλα, εσκοτώθηκαν και Τούρκοι πολλοί. Εμείς εδώ βαστούμεν τα στενά και όσες φορές αυθαδίασαν οι Τούρκοι, εκτυπήθησαν και εχαλάσθησαν χωρίς να κάμουν την παραμικράν βλάβην…». Την 12η  Μαρτίου 1825 το Εκτελεστικό Σώμα διορίζει τριμελή προσωρινή επιτροπή από τους Βουλευτές Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο (πρόεδρο), Γεώργιο Καναβό και Δημήτριο Θέμελη για την διεύθυνση των πολεμικών και πολιτικών πραγμάτων της Δυτικής Ελλάδος.

Συμμετοχή και δράση  στη β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως γράφουν τα «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» του Μεσολογγίου της 15 Απριλίου 1825 στη πρώτη σελίδα, η τριμελής επιτροπή έφτασε στο Μεσολόγγι στις 12 Απριλίου. Η τελευταία στη Φρουρά του Μεσολογγίου, περίοδος της ζωής του Παπαδιαμαντόπουλου είναι εκείνη που θα δείξει το ασύγκριτο μεγαλείο της αυταπάρνησης και του πατριωτισμού του. Είναι η περίοδος εκείνη κατά την οποία ο πολιτικός αρχηγός των Ελευθέρων Πολιορκούμενων θα βαδίσει αλύγιστος προς τη θυσία και το ολοκαύτωμα. Η αλληλογραφία του Παπαδιαμαντόπουλου με την Ελληνική Διοίκηση, με τους Ζακυνθίους Φιλικούς και τη σύζυγο του καθώς και άλλα επίσημα έγγραφα προς τους κατοίκους της Δυτικής Ελλάδος αποτελούν ένα αξιόλογο και πολύτιμο αρχειακό υλικό των πολιορκούμενων Μεσολογγιτών και παράλληλα έναν αποδεικτικό και αξιόπιστο μάρτυρα της ιδιαίτερης προσωπικότητας του Παπαδιαμαντόπουλου. Όλες οι επιστολές του Παπαδιαματόπουλου μαρτυρούν τον προσωπικό του λόγο και παρουσιάζουν την αξιοζήλευτη προσωπικότητα του. Αξιοπρόσεχτο είναι και το γράμμα προς τη σύζυγο του με ημερομηνία 23 Απριλίου 1825. Μεταξύ των άλλων αναφέρει και τα εξής χαρακτηριστικά «…Μην στεχοχωρείσθε, όταν εγώ δια την τιμήν μας, δια την ζωήν σας και την ησυχίαν σας απεφάσισα να βασανίζωμαι και κινδυνεύω το άτομο μου, και δι’ αγάπην της πίστεως και πατρίδος αγωνίζομαι όσον δύναμαι… Πλην οικονομία, οικονομία, οικονομία όσον δύνασθε διότι εξοδεύομεν και δεν εισοδεύομεν και όταν οικονομώμεν δεν πεινούμεν και ο φρόνιμος άνθρωπος κατά τον καιρόν και την περίστασιν πορεύηται και οι υιοί μας ας μη φαντάζονται διότι τα αγαθά μας έμειναν θύμα εις την Πάτρα, και εκτός τούτου πέντε χρόνια όπου εξοδεύομεν την μία μεριά η αφεντιά σας και την άλλην εγώ αδιακόπως και θησαυροί αν ήτον του Κροίσου ήθελον σωθούν και ας στοχασθούν ότι ο πατήρ τους δεν τρέχει εις εμπορικάς επιχειρήσεις, αλλ’ εις πολιτικάς και πολεμικάς κινδυνεύει και εξοδεύει αδιακόπως δια την πατρίδα…»

Οι Τούρκοι είχαν φθάσει απέναντι από τα τείχη του Μεσολογγίου και η ναυτική και στρατιωτική βοήθεια της Κυβερνήσεως ακόμη δεν είχε φανεί. Σε άλλο γράμμα προς τη σύζυγο του ο Παπαδιαμαντόπουλος μεταξύ άλλων γράφει και τα εξής: «Δια εδώ μην φοβείστε αγκαλά και είναι τριάντα χιλιάδες εχθροί που μας πολιορκούν και δεν τους στοχαζόμεθα δια το ουδέν, όντας άγρυπνοι και προσεκτικοί και δια την καλήν οχύρωσιν του φρουρίου έχοντας και ανδρείους Έλληνας και άλλα στρατεύματα προσμένουμε από την Πελοπόννησο και άμα φθάσει ο στόλος μας όπου προσμένουμε, ότε θέλει βγάλομε στρατεύματα έξω δια να τον χτυπήσουμε από μπρος και από πίσω να τον αφανίσωμεν με την βοήθεια του Θεού…». Η Κυβέρνηση, όμως, απασχολημένη με τα κομματικά πάθη έχει εγκαταλείψει ουσιαστικά το Μεσολόγγι στην τύχη του. Εν τω μεταξύ ο Γεώργιος Καναβός πηγαίνει στην Ελληνική Διοίκηση και δεν γυρίζει πλέον στο Μεσολόγγι. Ο Παπαδιαμαντόπουλος εξακολουθεί να διευθύνει τα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα του πολιορκούμενου Μεσολογγίου έχοντας ως συνεργάτη τον αγωνιστή φιλικό Δημήτριο Θέμελη, ο οποίος αρρώστησε αργότερα και πέθανε στις 16 Μαρτίου 1826. Την 27η  Νοεμβρίου 1825 η Διευθυντική Επιτροπή επισημαίνει στη Διοίκηση τους μεγάλους κινδύνους εξ αιτίας του αποκλεισμού των εχθρικών πλοίων. Η αλληλογραφία του Παπαδιαμαντόπουλου με τη Ζάκυνθο γίνεται πυκνότερη. Σε επιστολή του της 12-12-1825 σημειώνει απευθυνόμενος προς τους Θεόδωρο Ξένο, Μιχαήλ Σεβαστό και Γεώργιο Λαδόπουλο: «Το Μεσολόγγι κινδυνεύει δι’ έλλειψιν τροφών και μόνη η μετά σπουδής αποστολή αυτών εμπορεί να το σώσει. Από την προθυμία σας και ζήλον σας λοιπόν κρέμαται η σωτηρία του, εις την οποίαν εμπορείτε να συνδράμετε ουσιωδώς, κάμνοντες ταχυτάτην προμήθειαν τροφής. Ότι από το πολυάριθμο των δεν θέλει θολώσει το μάτι των υπερασπιστών του Μεσολογγίου επεδείχθη λαμπρώς εκ των πραγμάτων αυτών μόνη η έλλειψις των τροφών ημπορεί να τους στενοχωρήσει. Τροφάς λοιπόν, τροφάς και πάλιν τροφάς.» Και πεινασμένο ακόμη το Μεσολόγγι νικά.

Ο στρατός του Κιουταχή εξοντώνεται, οι τρεις αρμάδες του σουλτάνου, του Μωχάμετ΄Αλη και του Μπέη της Τύνιδας αχρηστεύονται άπραγες και βουβές στα νερά του φράχτη. Ο ηρωισμός των πολιορκούμενων του Μεσολογγίου ανατρέπει τα σχέδια για μια ολοκληρωτική νίκη και δίνει καιρό στις εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν. Όλος ο κόσμος μιλάει τώρα για την ηρωική αυτή πόλη που αντιστέκεται πεισματικά ένα χρόνο στις απανωτές επιδρομές και το ρεύμα του φιλελληνισμού ογκώνεται. Όταν όμως η πολιορκία έγινε στενότερη από τη στεριά και κυρίως από τη θάλασσα, τότε η πείνα φθάνει στο απροχώρητο. Μέσα σε κείνες τις τραγικές στιγμές ο Παπαδιαμαντόπουλος αποφασίζει να πάει ο ίδιος στη Ζάκυνθο για να φέρει στάρι και καλαμπόκι. Γι’ αυτό το ταξίδι στη Ζάκυνθο γράφει τα εξής ο πολέμαρχος Νικόλαος Κασομούλης: «…ιδόντες την στενοχωρίαν αποφάσισαν όλοι και αρχηγοί και στρατιώτες να μαζώξωμεν τα άρματά μας, τα ασημένια και χρυσά, να τα βάλωμεν υποθήκη και να ζητήσωμεν θροφήν από Ζάκυνθον.» Η Ζάκυνθος της εποχής ούτε καν δέχτηκε ν’ ακούσει την πρόταση αυτή κι επέστρεψε αμέσως, τα τιμημένα όπλα, αφού εφοδίασε με τρόφιμα το Μεσολόγγι. Ο Παπαδιαμαντόπουλος έφθασε στη Ζάκυνθο στις 9 Ιανουαρίου 1826. Εκεί είχε πολλές γνωριμίες και στενό αδελφικό δεσμό με τους φιλικούς της Ζακύνθου και κυρίως με το φιλικό Γεώργιο Λαδόπουλο, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία τους. Φρόντισαν να αποστείλουν μια μεγάλη ποσότητα καλαμποκιού. Τότε η γυναίκα του που διέμενε στη Ζάκυνθο και φίλοι του βάλθηκαν να τον κρατήσουν στη Ζάκυνθο για να σωθεί από τους άμεσους κινδύνους του πολιορκούμενου Μεσολογγίου. Αυτόπτες μάρτυρες αφηγούνται ότι ούτε τα δάκρυα της συζύγου και των παιδιών του, ούτε οι θερμότατες παρακλήσεις των φίλων του, μπόρεσαν να τον μεταπείσουν να παραμείνει στη Ζάκυνθο έστω και για λίγες μέρες ακόμη. «Θα πάς, του έλεγαν, σε σίγουρο θάνατο. Μείνε τουλάχιστον λίγες μέρες ακόμη και ξαναγυρίζεις αφού επιμένεις». «Ορκίστηκα», απαντά ο Παπαδιαμαντόπουλος, «να πεθάνω μαζί με τους άλλους και δεν θα τους εγκαταλείψω». Οι Ζακυνθινοί πληροφορούνται αμέσως το διάλογο και κατεβαίνουν όλοι στο μόλο να ασπασθούν τον ήρωα και να τον αποχαιρετίσουν. Όλοι κλαίνε και τον παρακαλούν να μείνει. Αυτός σημαιοστολίζει το καΐκι του και δίνει το σύνθημα της αναχωρήσεως για το αγαπημένο Μεσολόγγι, τον πεπρωμένο τόπο της μεγάλης θυσίας. Η εμπειρία του Σολωμού πλουτίζεται τώρα μ’ ένα χειροπιαστό παράδειγμα αυτοθυσίας και χρέους. Ο εκδότης των Ελληνικών Χρονικών Ελβετός Μάγιερ που έπεσε κι αυτός ηρωικά στην έξοδο έγραφε σ’ ένα φίλο του λίγες μέρες πριν: «Τα βάσανα τα οποία υπομένουμε και μια πληγή την οποίαν έλαβον εις τους ώμους, δεν με συγχώρησαν μέχρι τούδε να σας διευθύνω τους τελευταίους μου ασπασμούς. Κατηντήσαμεν εις τοιαύτην ανάγκην ώστε τρεφόμεθα από τα πλέον ακάθαρτα ζώα και να πάσχωμεν όλα τα φρικτά αποτελέσματα της πείνας και της δίψας… εν ονόματι όλων των ενταύθα ηρώων μεταξύ των οποίων είναι ο Νότης Μπότζαρης, ο Τζαβέλας, ο Παπαδιαμαντόπουλος και εγώ σας αναγγέλλω την ενώπιον Θεού ορκωμένην απόφασίν μας δια να υπερασπισθώμεν και την υστέραν πιθαμή της γης του Μεσολογγίου και να συνενταφιασθώμεν υπό τα ερείπια της πόλεως χωρίς ν’ ακούσωμεν πρότασίν τινα συνθήκης. Η τελευταία μας ώρα ήγγικεν. Φροντίσατε παρακαλώ κύριε, να καταχωρισθεί εις μερικάς εφημερίδας η παρούσα επιστολή μου.» Από εδώ και πέρα μόνο η σιωπή επιβάλλεται για τους ήρωες και μάρτυρες της μεγάλης θυσίας. Αφού έφαγαν ακόμη και ποντικούς αποφάσισαν την αθάνατη εκείνη ηρωική έξοδο την νύχτα της 10ης  προς την 11η Απριλίου 1826, όπου μαζί με τους άλλους ήρωες έπεσε κι ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, πιστός στρατιώτης και θεματοφύλακας της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Τον τελευταίο καιρό της ζωής του ο Παπαδιαμαντόπουλος υπέφερε από ποδαλγία και οξείς ρευματισμούς. Η μόνη ελπίδα γι’ αυτόν το άσπρο άλογό του. Αυτό θα καβαλίκευε στην έξοδο και μόνο μ’ αυτό υπήρχε κάποια ελπίδα να σωθεί. Αλλά η Φρουρά είχε ήδη αποσκελετωθεί από την πείνα, οι άνθρωποι έπεφταν νεκροί στους δρόμους κι ο Παπαδιαμαντόπουλος εκείνες τις στιγμές έδωσε το αγαπημένο του άλογο, τη μοναδική του σωτηρία για να το φάνε οι στρατιώτες.

Αξιώματα κατά την διάρκεια της Επανάστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διέθεσε όλη του την περιουσία στον αγώνα παρακινώντας τους Έλληνες και κουβαλώντας πολεμοφόδια από την Ιταλία πληρωμένα όλα από τον ίδιο. Τον Ιούνιο του 1821 επιστρέφει από την Ιταλία με πλοίο γεμάτο πολεμοφόδια και παρά το κυνήγι των Αγγλικών πλοίων στον Πατραϊκό, καταφέρνει να τα μεταφέρει με μικρά σκάφη από το Μεσολόγγι όπου άραξε στην Πάτρα. Παίρνει μέρος σε πολλές μάχες και τον Μάρτιο του 1822 διορίζεται γενικός φρούραρχος του στρατοπέδου Πατρών και συμμετέχει στην παραλαβή του κάστρου του Ναυπλίου. Διαχειρίστηκε τον στόλο της Ύδρας, των Σπετσών αλλά και τις εισφορές της Ηλείας στον αγώνα. Την 12η Μαρτίου 1825 το Εκτελεστικό Σώμα διορίζει τριμελή προσωρινή επιτροπή που αποτελούνταν από τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο (πρόεδρο), Γεώργιο Καναβό και Δημήτριο Θέμελη για την διεύθυνση των πολεμικών και πολιτικών πραγμάτων της Δυτικής Ελλάδος. Επίσης εκλέχτηκε πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις Επιδαύρου και Άστρους.

Mn2.png

Εκτός των άλλων αρετών ως διπλωμάτης και συμφιλιωτής εκπλήρωσε σπουδαία καθήκοντα που του ανατέθηκαν και, στο τέλος, ως άξιος αρχηγός εκ μέρους της διοίκησης όχι μόνο συνέβαλε αποφασιστικά στην οργάνωση της μεγαλειώδους αντίστασης των Ελεύθερων Πολιορκημένων αλλά και συμμερίστηκε την τύχη των Μεσολογγιτών, πιστός στον όρκο του, από την αρχή μέχρι το τέλος.

Έτσι συμμετείχε πολεμώντας στην δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου από τον Μάρτη του 1825. Παρόλο που είχε φτάσει 62 ετών πηγαινοερχόταν στην Ζάκυνθο αγοράζοντας και κουβαλώντας πολεμοφόδια και τρόφιμα για τους πολιορκημένους. Τότε την οικογένειά του μεταφέρεται από την Πάτρα στην Ζάκυνθο. Παρόλο που οι φίλοι του τον συμβούλευσαν να μην επιστρέψει στο Μεσολόγγι αυτός δεν τους άκουσε.

Σήματα σεβασμού

Η πολιτεία για να τον τιμήσει έδωσε το όνομά του σε δρόμο της πόλης της Πάτρας κοντά στο κάστρο και σε πλατεία, στην οποία βρισκόταν το σπίτι του στην πρώην πλατεία Ομονοίας. Επίσης έχει κατασκευαστεί και η προτομή του σε άλλη πλατεία στην άνω πόλη της Πάτρας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», τόμος α σελ.407[1]
  • Κωνσταντίνος Ρούνιος, Ιστορικαί σελίδες εκ της Επαναστάσεως του 1821:Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Θάνος Κανακάρης, Μπεν. Ρούφος: επί τη βάσει διαφόρων πηγών και εγγράφων[2]
  • Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, τόμος Ε' , Αθήνα 1872, σελ. 329-398[3]
  • Ιστορία του νέου Ελληνισμού, 3ος Τόμος, σελ. 59, Ελληνικά γράμματα
  • Τριανταφύλλου Κώστας, Ιστορικόν λεξικόν των Πατρών
  • Ο ξεσηκωμός του Γένους 1821 ,σελ. 151, national geographic
  • http://leonidasmargaritis.blogspot.gr
  • http://www.agiasofia.com/epanastasis/epanastasis29.html
  • Σήματα Σεβασμού και Μνήμης Εν Πάτραις, σελ. 55-57, Πειραματικό Γυμνάσιο Πατρών , Πάτρα 2002.
  • Υπογραφές Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, ΙΕΕΕ, Αθήνα 1998